Δοκός

Και μαύρα δαχτυλίδια
που ρίχνουν κύκλους, καπνούς
τα όνειρά τους σ’ ένα τζιν

κοιμήσου στο λυγερόκορμο μπαρ
τα μπουκλόριχτα μαλλιά σου
ζωγραφίζουν στη χλωμή μελαμίνη
τη φύση που προίκισε ανταύγειες
τη νιότη σου
κοιμήσου.

Γυμνά ροζ νύχια στα πέδιλά σου
π’ ανηφορίζουν τις τριανταφυλλιές.
Αστειεύομαι σ’ ένα ανέκδοτο
για το χαμένο ελέφαντα.

Κρύφτηκες πίσω απ’ την πρώτη
καλοκαιρινή ομπρέλα.
Οι διακοπές εντόμων
ο ήλιος περιμένει τ’ αντιηλιακά
κι η θάλασσα μακριά και δίπλα
να δροσίζει τα διάφανα όνειρα
κι ένα απέραντο άπιαστο γαλάζιο.

 

Ο Ρήτορας της Θάλασσας

Ποια ευτυχία ξάπλωσε με το
χαμόγελο της νιότης;
Ήσουν εσύ ή εγώ;
Ήμουν εγώ κάποτε κι εσύ τώρα.
Μούμεινε λιγάκι σιωπή
κι άλλο λιγάκι θράσος αναζήτησης
αυτό να λέγω ευτυχία και νιότη.
Κουφός είπα, ώρες κουφός στο πλήθος
εγκυμονώ το αύριο φιλάδελφος ξένος
σε χώματα που συνήθισα να βαδίζω
κουφός είπα
και τυφλός στην ασχήμια
νάμουνα.
Στις καλλίγραμμες φυλακές 
στης πόρτας του μπες βγες
τυφλός μ’ ορθάνοιχτα τα μάτια
να ρητορεύω στη μαύρη
τη νυχτιάτικη
την λατρευτή μου θάλασσα.

 

Τα Φλογερά Του Στάχια

Τα φλογερά του στάχια
σκαρφάλωναν σκαλί σκαλί
σε μια τσακίρικη ματιά.
Πιάστηκες
στο δίχτυ της αλληλογραφίας μου
πιάστηκες
σαν τρακτέρ
στον ίδιο κάμπο
κι οργώνεις κοιτώντας το 
ρολόι σου στα φουξ.
Πάμε βοήθησέ με
έχουμε ένα όνειρο αλέ-ρετούρ
να ζήσουμε
στα φλογερά του στάχια
που χύνονται απόψε
στα μάτια μας.

 

Η Μικρή Θεοδώρα

Γκοτζάμ γυναίκα έγινε η μικρή 
Θοδώρα,
με στήθια πλούσια και καμπύλες 
αφράτες…
Έκρυψε την γύμνια της πίσω απ’ τα
γυαλιά της
μασουλούσε τώρα το πρωϊνό φοβισμένη
πίσω απ’ την πλάτη μου.
Το βιολί και το πιάνο
ταλάντευαν τις κουρτίνες
σα βουνίσιο αεράκι πρωϊνού
τα λουλούδια και τα φυλλώματα
χορεύουν
σαν η φωνή του δάσους έρχεται
και φεύγει
η μικρή Θεοδώρα χάθηκε
στις μελωδίες της
τραπεζαρίας
για μια πορτοκαλάδα

 

Μια υπόσχεση

Υποσχέθηκα να φλερτάρω τις
κορυφογραμμές,
στα ψηλά τα όρη ν’ αναπαύσω
τις σκέψεις που με τριγυρνούν
ασυλλόγιστα.
Πρωί και δεν μου επιτρέπονται
τα νυχτερινά τα όνειρα
άσε τα παρελθόντα και τα μέλλοντα
άστα κει πίσω από
τις κορυφογραμμές
κι έλα απόψε φρέσκια
χαμογελαστή, φωτεινή
λαμπερή σαν πρωϊνού
αχτίδα.

 

Ένα βάζο μαρμελάδας και ένα φεγγάρι στα χέρια

Πας κι έρχεσαι με το κινητό
στο χέρι
θάθελα να σου ρίξω ένα βάζο
μαρμελάδα στο πρόσωπο
πίστεψέ με θα σου κάνει καλό
η γυναίκα δεν γύρισε πίσω
ούτε το βάζο.

Κανείς δεν πήρε στ’ αυτιά του
το φεγγάρι το πορτοκαλί
μόνο την αυτοφλυαρία του.

Έτσι πήρα το φεγγάρι για μένα
κι εσύ για σένα
σα μαξιλάρι το κρατούσα
και δεν μού ‘φευγε απ’ τα χέρια
κι ας ήταν φευγάτο φεγγάρι.

 

Τα δικά μου παιδιά

Ήμουν τόσο ευτυχισμένος
και τόσο μελαγχολικός
που στα θερμά νερά του Ατλαντικού
στη λασπωμένη παραλία
με τα νεκρά κοχύλια
άκουγα τις φωνές των κοριτσιών
χαρούμενες
σαν νάταν λέει
δικά μου παιδιά.
Κ εγώ τα κοιτούσα
καθισμένος σε μια πέτρα
στην ακρογιαλιά
να πειράζουν στην θάλασσα
μια χοντρή ηλικιωμένη κυρία
να κολυμπούν ξένοιαστα
μαζί μου
κι απ’ έξω να ποζάρει
μια άσπρη μεταλλική ταμπέλα
με μαύρα γράμματα
ΝO SWIMMING.

 

Ένα καφές

Το άρωμα του καφέ πλημμύρισε
το δωμάτιο.
Η κανάτα σπασμένη άχνιζε ακόμη.
Μ’ άρωμα καφέ πότισα το πινέλο μου
που συνέχιζε την υγρή
διαδρομή του.

Ο πίνακας φρέσκος, λαμπερός
με τραβούσε απ’ το μανίκι
και δεν άφηνε μήτε τα σύννεφα
μήτε τα όνειρα
να με πάρουν μακριά του.

Κι ο διάλογος άρχισε
εσύ κι εγώ
σε ρωτάω και δεν απαντάς
μην μου το γυρνάς σε μονόλογο
γιατί θα σ’ αφήσω
απίνελο στη νύχτα.

 

Στον ήχο του πυροβολισμού

Σε μια χαράδρα, ξεχασμένος λύκος
σ’ ένα εικοσιτετράωρο
περνούσα τούνελ ουρανό
και ουρανό τούνελ.

Σ’ ένα κάμπο χαραγμένα
ανθρώπινα μηνύματα.
Γνωστά στον ύπνο
των συμβολαιογράφων.

Κι εσύ δεν γουστάρεις
την ξανθιά
την αρωματισμένη
και τον άλλον τον γυαλιά
με το κουστούμι.

Σε μια χαράδρα γκρεμίστηκε
το θράσος σου
στον ήχο του πυροβολισμού.

 

Το κινητό της

Γιόμισε ο τόπος κίτρινα
και βιολετιά
η κοιλιά της Όλγας
πρόβαλε κάτω
απ’ το μαύρο τη-σερτ.

Η Όλγα φόρεσε τα μαύρα γυαλιά της
και χάθηκε στα βαγόνια του τραίνου.
Έτρεχα να φύγω μακριά της
βρήκα μια άδεια καρέκλα
κι έκατσα.

Το απέναντι τραίνο έκρυψε από τα 
μάτια μου τον κίτρινο
ήλιο.

Μια ευγενική μελαχρινή
καλλονή
έπαιζε σιωπηλά με το κινητό της.

 

Στη Σαλονίκη

Τ’ αστεία τελειώσαν
οι βαθιές όμπρες
ήταν κάτω από τα πόδια μου.
Ποιος ξέρει ποιου νωχελικά
βήματα θα σύρουν τον 
χορό της νύχτας.

Επέτρεψέ μου πίσω απ’ τα βλέφαρα
στην χώρα της νύχτας
να γείρω στα όνειρά μου.

Η ζωή πλοκάμι αλλήθωρο
πάει και τα πίνει σ’ άλλο μαγαζί
πού πας ζωή γλεντζού
ζωή ονειροπόλα.

Το ουράνιο τόξο καρφώθηκε
στα χωράφια
οι ηλεκτροφόροι γύφτοι
διαβαίναν κι αυτοί τους κάμπους.
Τα αστεία τελειώσαν η Όλγα χάθηκε
στη Σαλονίκη.

 

 

Ο έρωτας της Μπριγκίτε
Ο έρωτας της Μπριγκίτε
 Απόσπασμα από την πρώτη έκδοση ποιημάτων του καλλιτέχνη με τίτλο «Περί έρωτος» του 2003
Ο έρωτας της Μπριγκίτε
Οι καλημέρες της νύχτας
Οι καλημέρες της νύχτας
Απόσπασμα από την πρώτη έκδοση ποιημάτων του καλλιτέχνη με τίτλο «Περί έρωτος» του 2003 
Οι καλημέρες της νύχτας
 
 

sotos

Επικοινωνία

Σπανδωνή 13

Θεσσαλονίκη 54624

Τηλ: +30 2310 27 21 52

Κιν: +30 6947 230 984

Facebook: sotoszachariadis

Σχετικά

Ο Σώτος Ζαχαριάδης γεννήθηκε στην Θεσσαλονίκη το 1960. Μαθήτευσε διπλα σε τοπικούς ζωγράφους της πόλης του. Την πρωτη ατομική του έκθεση έκανε στην Θεσσαλονίκη το 1984 και στην Αθήνα το 1985. Από τότε παρουσιάζει έργα του στην Ελλάδα, Ευρώπη και Η.Π.Α.